Ύδρανος, Κεφάλαιο XXIV (απόσπασμα)

“[…]— Είχα δει αρκετές φορές το Γάληνο. Αρκετές για το τα-
πεινό αξίωμα του πατέρα μου και τις λίγες επισκέψεις στα πα-
λάτια. Όμως, μία στιγμή μόνο νιώθω πως τον είδα πραγμα-
τικά… Υπάρχει ένα απόκρημνο ακρωτήρι, εκεί ψηλά σε μια
γωνιά του Λαθροπηγύα και στα λημέρια του Βορέα… Η θά-
λασσα προσπαθεί μανιωμένη αιώνες τώρα να το ξεριζώσει, μα
εκείνο αντέχει, ακόμη κι ενάντια στους καιρούς, θα τολμού-
σε κανείς να πει… Εκεί πήγαινε συχνά κι ο Αρχιμέδοντας, για
να συναντήσει τον εαυτό του… Μπορεί ίσως και να προσευχό-
ταν καμιά φορά πλάι στα ερείπια του παλιού ναού του Εόντος,
που ψυχορραγούσε, καιρούς πολλούς τώρα, από τα τραύματα
του Νείκους του Ύδρανου… Προσπαθούσα, θυμάμαι, παιδί, να
πατήσω εκεί που είχαν ακουμπήσει τις πέτρες τα δικά του πό-
δια… οι λίθοι εκείνοι μού φάνταζαν πως είχαν πάρει μια κρυ-
φή δύναμη, που ήθελα τόσο πολύ να μου φανερωθεί, να περά-
σει μέσα και σ’ εμένα… Ο ήλιος σ’ αυτό το τρομερά αμίλητο
ακρωτήρι συχνά με δυσκόλευε, μα έπαιρνα πείσμα από το Γά-
ληνο, που δεν τον εμπόδιζε τίποτα• έστω και τυφλά, λοιπόν,
τον ακολουθούσα… Συχνά σταματούσε. Δε φαινόταν καθό-
λου να ’χει αποστάσει, αλλά σταματούσε, κοιτούσε τις ψηλές
κολόνες και ύστερα στηριζόταν επάνω τους, σαν έτοιμος να
ξεψυχήσει. Αναρωτιόμουν, αφού πονάει τόσο πολύ εδώ
ψηλά, γιατί έρχεται συνέχεια; Για το Γάληνο, όμως, εκείνος ο
γκρεμισμένος ναός, το μόνο ίσως κτίσμα εκεί πέρα που ήταν
γηραιότερό του, ήταν σαν αίμα του και μακριά του πονούσε
περισσότερο… Τότε που χάθηκαν κι έφυγαν πολλοί… ο
πατέρας του ο Βριαρός, ο Νεμέτορας… μόλις τελείωσε ο
πόλεμος, λένε, μόλις η ύστατη μέρα του έδυσε μαζί με τον
Κράτωνα, ο Γάληνος πήγε εκεί στο γκρεμό, στο πέρας των
βράχων… και φύσηξε το κοχύλι του με όλη τη δύναμη της
καρδιάς του… και μ’ όλον τον πόνο της… και ήταν τόσος, που
ο βράχος σείστηκε, ακλόνητος τόσους αιώνες απ’ το βίαιο
ωκεανό… Ο γέρος, όμως, ναός κράτησε τα μυστικά της
καρδιάς του Γάληνου καλά μέσα του… Έρχονταν μέρες μέσα
στα δευτερόλεπτα, που τα όμορφα μάτια του Βορέα
αγρίευαν, γέμιζαν αλμύρα σαν τα κύματα που ’σκαγαν στα
βράχια, παρακλητικά ζητούσαν ένα λόγο από τις κολόνες…
μα ύστερα έπαιρνε σχεδόν αμέσως, μετανιωμένος, το βλέμμα
από πάνω τους… Όσο κι αν έσκιζαν την παιδική καρδιά μου
εκείνα τα ωρυόμενα βλέμματα, ένιωθα βαθιά την απελπισία
που τα βασάνιζε. Αν ο ναός, που είχε μες στα κόκαλά του
πήξει την οδύνη του Αρχιμέδοντα, του μιλούσε, αν την
ελευθέρωνε ξανά, ο Βορέας δε θα το άντεχε… Βέβαια, εκείνη
η απαράμιλλη ακροθαλασσιά ήταν εξ ορισμού οξύμωρη•
όπως κατάφερνε και συνταίριαζε την πιο άγρια φύση και τα
έργα της με τον ερειπωμένο μεν αλλά υπαρκτό ναό, του
ανθρώπινου χεριού γέννημα, έτσι θύμιζε στο Γάληνο κακά
αλλά κι αξιονοστάλγητα πράγματα… Για όλα αυτά κι όχι
μόνο για ένα πήγαινε και ξαναπήγαινε…[…]”
Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s